9 Ιουλ 2013

Ο όφις ο τλισκατάλατος








Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΘΑΝΑΣΗΣ, άντρας κοντός και λιπόσαρκος, ρούσος κι ευκίνητος, πρόσχαρος και καλοκάγαθος, μικροκρασογαλανομάτης και λαγόκαρδος, δεν είχε ακουστεί να είχε ποτέ αμάχη ανοίξει με κάποιο συγχωριανό. Στην παρέα πάντα σκόρπαγε το γέλιο με τα λεγόμενα ή με τις παρεμβάσεις του στην κουβέντα, γιατί φανερώνανε τον απονήρευτο και αγαθό του χαρακτήρα, που με το αφελές κι απλοϊκό του «ποιόν» τη σαγήνευε, τη χαροποιούσε κι άθελά του τη… γαργαλούσε. Μάλιστα αν στη διαδρομή του λόγου του συντυχαίνανε λέξεις με ρο, αβίαστα και χαριτωμένα το ξεστόμιζε λάμδα - από γεννησιμιού του. Το ’παιρνε και η μικρή του γοργολογιά και το περπατούσε συνταιριαστά με το κούνημα του κεφαλιού του, που κράταγε μισάνοιχτο πάντα το στόμα με το που τελείωνε μια φράση του, προδιαθέτοντας συνομιλητές κι ακροατές για γέλια. Ήτανε ένας γερο – μικρός χαριτωμένος…
Δουλευτής της γης αλλά και εργάτης στο κάρβουνο μέσα στις γαλαρίες της Μαρμαρένιας για να ταΐσει την τριμελή του οικογένεια και να καλοπαντρέψει τις δυο του κόρες. Όπως όλοι οι άντρες του χωριού, έτσι κι αυτός, εκτός από την κύρια απασχόλησή τους, που ήτανε η δουλειά στα υπόγεια για τους καρβουνιάρηδες ή το χτίσιμο μέσα κι έξω πο το χωριό για τους χτίστες, όταν τους περίσσευε χρόνος ασχολούνταν και με τη γεωργοκτηνοτροφία.
Η οικιακή οικονομία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του πενήντα ήτανε κλειστή με πολύ λίγα μικροανοίγματα. Τα αγαθά που προέρχονταν από την αγορά με χρηματικές συναλλαγές, ήταν ελάχιστα. Η οικογενειακή δραστηριότητα κάλυπτε σχεδόν όλες τις ανάγκες του κάθε νοικοκυριού. Το μικρό ή μεγάλο κοπάδι της κάθε οικογένειας το είχανε αναλάβει σχεδόν εξολοκλήρου τα παιδιά της. Την αγροτιά όλοι μαζί. Έτσι στο θέρος που ήθελε πολλά χέρια – θέρος, τρύγος, πόλεμος, όπως σοφά λέει ο λαός – οι γυναίκες στο δραπάνι, οι άντρες πριν ή μετά τη βάρδιά τους στο κάρβουνο, στο δεμάτιασμα και τα παιδιά: τα μεν σχολαρούδια τον ελεύθερο χρόνο, τα δε βοσκαρούδια1 μετά το στάλισμα του κοπαδιού απασχολούνταν στο κουβάλημα δεματιών στη θημωνιά ή και στον όργο2 με το δραπάνι.
Ο μπάρμπα Θανάσης το θέρος στον ελεύθερό του χρόνο έδενε και κουβάλαγε με τη γαϊδουρίτσα του τα θερισμένα πο το δρεπάνι των κοριτσιών του στη θημωνιά, που την είχε πάντα στο πλακόστρωτο αλώνι του Κούκου. Κάθε μέρα του θεριστή μπροστά οι δραπανοκρατούσες κόρες στη μάχη για το σωμό της σταχοφόρας γης τους και πίσω τους ο κύρης να παλεύει με το δεμάτιασμα στον λίγο ή πολύ ελεύθερο χρόνο του.
Ένα ζεστό θεριστιάτικο πρωινό, η μάχη τους δινέτανε σ’ ένα μεγάλο τους λαχίδι3 στην Μπάρα. Τα στάχια του ήταν μεγάλα, καρπωμένα και με την υγειά τους ψωμωμένα. Στο δραπάνισμα οι κόρες του προσέχανε χερόβολα4 και λημάρια5, ώστε ο αχαμνοπατέρας τους να μπορεί έστω και δύσκολα να τα κουμαντάρει. Εξάλλου τ’ απόβραδα που σχόλαγε η μάχη του δραπανιού κι αποσταμένες θα πισωδρομούσανε για το χωριό χωρίς τον κύρη τους, όταν θα είχε απογευματινή βάρδια, φορτώνανε το ζό οι δυο ή μόνη της η μια, γιατί η άλλη είχε και την φροντίδα του μικροκοπαδιού κι έφερναν «ένα δρόμο» στη θημωνιά. Ο πατέρας τους μπορεί ν’ αδυνατούσε να «φέρει βόλτα» δυνατά χερόβολα που δίνανε μεγάλα λημάρια και βγάζανε βαριά δεμάτια, χαιρέτανε όμως που το χωράφι «είχε κάνει ψωμί». Επιστράτευε όση δύναμη και τέχνη είχε και με τα λειψοχερόβολα λημάριαζε κι έδενε δεμάτια για το… μπόι του.
« - Αα, αας είναι βλογημένο τόνομά σου», έλεγε κλωθογυρίζοντας το ένα του μάτι, γιατί τ’ άλλο το σφαλούσε ιδρωτοκαμμένο ή μη, αναμεταξύ ουρανού και σταχοτρόφας γης, όπως συνήθιζε ν’ ανεβοκατεβάζει πάντα την αραιοτριχούσα και τραγιασκοφορούσα κεφαλή του. Το κλείσιμο του ματιού παράσερνε σε ανόρθωση τα γειτονικά - ρουθούνι με το ακροπανωχείλι του - ακόμα και σε περίοδο ψυχικής ευφορίας μέσα στον καθημερινό λόγο με τους συνομιλητές του.
« - Εε λε ψωμί, που έχει! Πάντα τέτοια κι όλα έτσι τα σπαλτά να είναι», μονολογούσε. Σαν μπίτισε6 και δεύτερο στο δέσιμο φόρτωμα, έφερε κοντά το γαϊδουράκι του να φορτώσει και να πάει τον «ένα δρόμο» στη θημωνιά, όσο ακόμα το φλόγιστρο του ήλιου δεν πύρωνε ανελέητα – τα επί τούτης της γης. Τον «άλλο δρόμο» θα τον πήγαινε το βράδυ το μεγάλο κορίτσι (αφού ο ίδιος ήτανε δεύτερη βάρδια στο κάρβουνο και το μικρό είχε και τη φροντίδα του κοπαδιού). Τα δεμάτια δεν ήταν μόνο βαριά αλλά και μποϊλίδικα. Τα στάχια ήταν θερισμένα μακρυκάλαμα, για να βγάζανε πολύ άχυρο στ’ αλώνισμα, που ήτανε η κύρια τροφή στο παχνί του στάβλου για τα μεγάλα ζα τις δύσκολες μέρες του χρόνου.
Άρπαξε και με δυσκολία φόρτωσε το ένα δεμάτι στη μια πάντα του ανυπόμονου τετράποδου. Για να μη γύρει προς το δεμάτι το σαμάρι μέχρι να φορτωθεί το αντίβαρό του πο την άλλη πάντα και να ισοζυγίσει το σαμάρι, που αλλιώς θ’ ανάγκαζε και τον ανυπόμονο να φέρνει γύρω- γύρω, έβαλε το κοντοστύλι. Αυτό ήταν το εργαλείο όλων των φορτοεκφορτωτών της σταχομεταφοράς, που βοηθούσε κυρίως στο φόρτωμα γι’ αυτό και το είχανε βαφτίσει φορτωτήρα7. Φόρτωσε το δεύτερο, το αντίβαρο του πρώτου και μετά το τρίτο δίπλα σε κάποιο από τα προηγούμενα. Μέχρι να βάλει το τέταρτο και τελευταίο, για να μη γερανίσει8 προς τα δύο το σαμάρι, πάλι η φορτωτήρα κοντοστύλι κι ο φορτωτής ετοιμάστηκε για την τελευταία του προσπάθεια.
Όμως λίγο η αϋπνία, γιατί η δεύτερη βάρδια τα καλοκαίρια κείνης της εποχής για τους καρβουνιάρηδες ξωμάχους, σήμαινε ώρες ύπνου λιγότερες από τα δάχτυλα του ενός χεριού, λίγο η κούραση με σύνδαυλο τη ζέστη που είχε αρχίσει νωρίς να θρασεύει, τον είχανε αρμολύσει9. Το σκύψιμο για να μαζεύει τα λημάρια και να δεματιάζει τα χερόβολά τους, το κουβάλημά τους στο δεματικό και το σφίξιμό τους με χέρια και γόνατο, του είχανε βυζάξει τις λίγες περίσσειες του δυνάμεις και τον είχανε αποκάνει. Ο ιδρώτας του φλέβιζε πο όλο του κορμί, που έμοιαζε σαν Φλεβαριάτικη γης πολύβροχης χρονιάς, είχε μουσκέψει τη θεριστιάτικη φορεσιά του. Η τραγιάσκα σαν προστάτιδα δύναμη και φροντίδα καθημερινή του ακροκέφαλου σε κάθε εποχή με όλους τους καιρούς έξω πο το σπίτι, θρονιασμένη στο λειψότριχο μικρό κεφάλι του μπάρμπα Θανάση, συγκρατούσε στο πίσω μισοκύκλι της για ηλιοστέγαστρο του σβέρκου μαντήλι αγανό. Μπορεί το ακροκέφαλο – ο θρόνος της δηλαδή - να σκιαζέτανε μαζί του και το κούτελο με μέρος των γειτονικών αισθητηρίων, το άναβε όμως και το φλέβιζε η κλεισούρα του. Ο ίδρως του προσώπου με τσουλουνάρια10 το ακρομύτι και το μεσοκατωσάγονο, στάλαζε πάνω στα ρούχα και τις καλαμιές. Παρόλο που ο ήλιος είχε ανηφορίσει καναδυό καλάμια μόνο από την αρχή της στράτας του, η θεριστιάτικη λάβα του που είχε πο νωρίς ξεχυθεί, φλόγιζε. Πιο πολύ βέβαια τις λοφοπλαγιές, που ήτανε αντικρυστά του πυρωμένου Λίβα και πυράκτωνε αργά – αργά οτιδήποτε απ’ όπου της γης περνούσε. Το μεγάλο λαχίδι που θέριζαν, ήταν σε μια τέτοια λοφοπλαγιά.
Αποσταμένος και μεσοκομμένος ο μπάρμπα Θανάσης όχι μόνο απ’ της δουλειάς τις απαιτήσεις με αυτές τις αντίξοες συνθήκες αλλά και από της κάποιας ηλικίας το βάρος, έπιασε να μετακινήσει λίγο και να φορτώσει το τέταρτο δεμάτι βαριοζάλατος11. Κρατώντας και σηκώνοντάς το λίγο στα δυο του χέρια και με τη βοήθεια του δεξιού του γόνατου, στρέπλα – στρέπλα12 κοντοζύγωσε στη φορτωσιά με καναδυό μικροβήματα. Τα κάπως αταίριαστα μπόγια κορμιού και δεματιού, του έκρυβαν τελείως τη θέα από μπροστά του. Έβλεπε μόνο λίγο πιο κει πο τις πατούσες και μόνο πο τα ζερβά του. Τη στιγμή που αποφάσισε να επιστρατεύσει όσες δυνάμεις του είχανε πομείνει για να συνδράμουνε τις δυο του χούφτες, ώστε να σηκώσει το ευλογημένο κοκκινοκάλαμο δεμάτι και να το αποθέσει δίπλα στο μονό που περίμενε, μαρμάρωσε. Έμεινε με το στόμα ολάνοιχτο, τα μάτια γουρλωμένα και με καρφωμένη τη ματιά τους για λίγο καναδυό οργιές πιο πέρα, κει στην άκρη του περιορισμένου οπτικού του πεδίου και δίπλα στα πεταλόνυχα μπροστινά ποδάρια του γαϊδουριού του. Είδε κει ανάμεσα σε σταροκαλαμιές μια πλατιά φιδοουρά να κείτεται ασάλευτη παραδίπλα πο κει που πάταγε πριν, για να φορτώσει τα δύο δεμάτια. Έβγαλε πάραυτα μισοσβησμένη και κομματιασμένη άναρθρη κραυγή φοβισμένου.
  • Ααα…αα…αα…!
Κραυγή λαγόκαρδου και λιγόψυχου, πισοδρομώντας λίγο. Είχε δει μόνο την ουρά, γιατί το υπόλοιπο σώμα το ’κρυβε το δεμάτι που κράταγε. «Να ήτανε χωμένο στις καλαμιές με το ψιλόχορτο ή μήπως ήτανε όρθιο; Έτσι κι αλλιώς αυτή η «στραβέλα» η φιδούκλα θα περίμενε και θα «ζύγιζε χτύπημα». Ή μήπως πρώτα ήθελε να μαγνητίσει μαρμαρώνοντας ό,τι την κοίταζε στα μάτια και μετά να κάνει τη δουλειά της, όπως λέγανε οι παππούδες;». Τέτοια έβαζε στο μυαλό του ο αποσταμένος και αρμολυμένος ξωμάχος κι ο φόβος του ανέβαινε τ’ αψήλου. Έπρεπε όμως ν’ αναλάβει δράση. Το δεμάτι που του γλίστρησε πο τα χέρια και στάθηκε όρθιο με το πρώτο αντίκρισμα μαζί με το γαϊδούρι στην καινούρια θέση, έκρυβαν καλά τα φιδίσια μάτια – μαγνήτες. Ισιώνοντας το λαβδισμένο13 ακόμα πο τη μεταφορά κορμί του και πισωδρομώντας ακόμα λίγο, κατάλαβε πως δεν είχε μαγνητιστεί. Εξάλλου δεν αλληλοκοιτάχτηκε με το καταραμένο. Άρχισε αμέσως να χοροπηδάει με μικρά βηματάκια, με τα γόνατα καλολυγισμένα και λίγο ψηλά λες κι από κάτω του σερνέτανε το ερπετό και πρόσεχε μην το πατήσει. Ξεκόλλησε κι η γλώσσα του κι άρχισε να παίζει με τα χείλια και τα δόντια.
« - Τη φολτωτήλα, τη φολτωτήλα!... Φέλτε τη φολτωτήλαααα!...» κι έφερνε τριγύρω πο τα καπούλια του γαϊδουριού ψάχνοντας να τη βρει πέρα στη θερισμένη καλαμιά πεσμένη, αλάργα πο τη φιδοκρατούμενη περιοχή.
« - Λε πού στο διάολο πήγε; Μωλή πού στα κομμάτια είσαι;» και δώστου να την ψάχνει στριφογυρίζοντας κορμί και μάτια δώθε – κείθε. Εκεί που δεν τη βλέπανε τα μάτια του για να την πιάσουνε τα χέρια, τη βρήκανε τα πόδια του όταν σκοντάψανε πάνω της στο ποδογύρι του φόβου. Τότε θυμήθηκε πως είχε υποστηλώσει με τη διχάλα της τα διδυμάρια της μιας πάντας, για ν’ αποφύγει το γέρσιμο.
  • Δω είσαι κακολίζικη και γω σε ψάχνου πο κει πέλα;
Και φραπ χωρίς άλλη σκέψη, την τραβάει και τη βγάζει από κοντοστύλι που την είχε πρωτύτερα βάλει, για να την κάνει τώρα ακόντιο, το δράκο να σκοτώσει. Κρατώντας τη με τις δυο του χούφτες αλλά σε απόσταση μεταξύ τους, σαν αρχαίος πολεμιστής, ορμάει σαν το Μέγα Αλέξανδρο του Καραγκιόζη, τον καταραμένο όφι να καρφώσει. Όμως ενώ είχε ζωστεί με το όποιο θάρρος του χάριζε το όπλο του και ήτανε στο κοντοζύγωμα του πεδίου μάχης, όπου θα κονταροχτυπιότανε με το πλατύουρο θεριό που αγνοούσε τι λογιού ήτανε το κρυμμένο του σώμα, του ξεπέζεψε το θάρρος της αρματωσιάς. Ένοιωσε πάλι αθάρρευτος και προδομένος.
Ενώ αυτουνού του τρισκατάρατου η άκρη της νουράς φαινέτανε ασάλευτη ακόμα, εκεί που έδειχνε ότι θα δινέτανε η μάχη, αισθάνθηκε ότι κάτι είχε τυλιχτεί στα πόδια του από τα γόνατα και κάτου. Κρύος ιδρώτας τώρα ξεπηδούσε από εκεί που πριν φλέβιζε ζεστός. Τα καλάμια και οι κόμποι των ποδαριών του μοιάζανε φασκιωμένα μαζί, ζευγμένα όπως με κοντό σκοινί τα μπροστινά πόδια πολλών τετράποδων, για να μετακινούνται πολύ δύσκολα. Ήτανε άλλο φίδι αυτό που έτρεξε σε βοήθεια ή το ίδιο που σύρθηκε γρήγορα και αθόρυβα κι έκανε πρώτο πριν εκείνου, την επίθεσή του; Σκέφτηκε πως η αργοπορία του τον πρόδωσε και τώρα με τα κατωπόδαρα τυλιγμένα από τον εχθρό, τη μάχη είχε χαμένη. Ούτε να γοργοκινηθεί μπόραγε, ούτε να το ακοντίσει ή να το αρπάξει με τα χέρια και να το πνίξει. Ενώ αυτό αναλαιμιάζοντας14 κατά πάνου, θα τονε δάγκωνε όπου ήθελε, όσες φορές βουλότανε… Χωρίς να σκύψει το κεφάλι να δει το «τι και πώς» ήτανε στα κατωπόδαρά του, άρχισε πάλι να φωνάζει:
« - Ααα! Ποπώ τι έπαθα! Το καταλαμένο μου ανέβηκε στα ποδάλγια μουμου τυλίχτηκε το τλισκατάλατο και θα μαλπάξει».
Ετοιμόρροπος για καταγής σώριασμα, λιγοψυχισμένος με ξεθυμασμένη τελείως την αντριγιά του, δεν είχε το κουράγιο ούτε μια ματιά να ρίξει στα πολιορκημένα του ακρόποδα, όταν του φώναξε από δίπλα δυνατά η μικρή του κόρη:
« - Τι έπαθες ρε πατέρα;» και μισογελώντας με το δραπάνι περασμένο στο ζερβό της ώμο, προσπαθούσε να κρατήσει το γερμένο σαμάρι, για να μην παρασύρει με το βάρος του και το ζο και το ρίξει κατάχαμα.
Ο πατέρας της ξέθαρρος λίγο τώρα, βρήκε το κουράγιο να κρατηθεί λίγο όρθιος και να σκύψει το κεφάλι για να δει πόσο μεγάλο και τι είδους θεριό ήτανε αυτό που τον είχε φιδοδέσει σαν φασκιά και του φοβέριζε με δαγκωματιές τα όργανα ψηλά κει στο… ποδοδίχαλο. Με γουρλωμένα τα μικρά απονήρευτα μάτια του από τον τρόμο που μεταμορφώθηκε σε έκπληξη μετά, όταν κοίταξε και είδε ότι δεν υπήρχε φίδι. Του είχε πέσει το φαρδύ παντελόνι και χωρίς να το καταλάβει μαζεύτηκε γύρω στα καλαμοπόδαρα, σαν να του είχε τυλιχτεί πολύμετρος όφις, όπως η πολύχρονη περικοκλάδα κι αυτό ήτανε που τον είχε κοψοχολιάσει.
« - Ααα! Νααα! Πώς έπεσε και τούτο το λημάδι; Ποιος μου το τλάβηξε; Ε Παναγία μου! Λες να έχει μπει μέσα κανένα ξολκισμένο; Ξου! Ξου!» και με το ένα του τρεμάμενο χέρι το τράβαγε να το σηκώσει, αλλά από τον αξεθύμαστο ακόμα φιδόφοβο το τίναζε κιόλας, να πέσει αν είχε μέσα μπει κανένα ερπετό. Δεν έπαυε όμως να ανεβοκατεβάζει το κεφάλι του σε κάθε κουβέντα που έλεγε και να κοιτάζει μια κάτου τα πόδια του και μια πάνω την κόρη του με ανοιχτό το στόμα και μισόγελο στα χείλια. Σαν πήρε όμως κι έφυγε η ανεμοζάλη του μυαλού του και σκόρπισε λίγο η φιδοκαταχνιά από τα γέλια της κόρης του, συνειδητοποίησε ότι του έλειπε η λουρίδα, γι’ αυτό και του ’πεσε το ευρύχωρο παντελόνι.
  • Α! Α! Α! Κι η λουλίδα πού είναι; Κι αυτή η λημάδα τώλα βλήκε να πέσει;
Στο μεταξύ είχε καταφτάσει παρατώντας το δραπάνισμα και η μεγάλη κόρη. Έπιασε κι αυτή στην τριχιά που ήτανε δεμένα τα δυο δεμάτια. Τα δυο κορίτσια σηκώσανε μαζί το φορτίο μέχρι να ισοζυγίσει το σαμάρι. Ήτανε εξάλλου χεροδύναμα νταρντανοκόριτσα πάνου στα καλά τους χρόνια.
« - Πατέρα, φέρε τη φορτωτήρα να τη βάλουμε να βοηθήσει για να μη γύρει το σαμάρι» και κου… κου… κου… τα γέλια και τα δυο που είχανε καταλάβει το πάθημα του κύρη τους. Ο πατέρας τους που όσο την κρατούσε στο ένα χέρι, ένοιωθε οπλισμένος, ετοιμοπόλεμος και λίγο ανάθαρρος15:
  • Τι λες μωλή; Και με τι θα κοπανήσου εκείνο το καταλαμένο; Πάλε και συ μια πέτλα κι έλα να το κοπανήσουμε το τλισκατάλατο! Να το βαλήσουμε, γιατί είναι μεγάλο και θα μας φάει κανένα ζο!
  • Τι να βαρήσουμε ρε πατέρα; Πού είναι το φίδι; Τόση ώρα κει θα καθέτανε να περιμένει σένα να το πολεμήσεις;
Η μια του κόρη είχε ανοίξει διάλογο μαζί του, ενώ η άλλη δεν μπορούσε να κρατήσει τα γέλια από το ανήκουστο πάθημα του λαγόδειλου πατέρα τους. Ο πατέρας κάνει μερικά βήματα γύρω πο τα καπούλια του γαϊδουριού κι άρχισε πάλι να φωνάζει, μόλις η φιδοουρά μπήκε στο οπτικό του πεδίο.
- Να! Να! Κει είναι ακόμα.
Καθέτανε πέρα μακριά, γιατί τον είχανε αφοπλίσει τα κορίτσια και κοίταζε κατά το θεριό. Τονε πλησιάζει η μεγάλη κόρη και τονε ξαναρωτάει:
  • Πού το βλέπεις, πού είναι;
  • Να, κει μωλή πίσου πο το δεμάτι, δε βλέπεις τη νουλά του; Σου είπα να πάλεις πέτλες να το κοπανήσεις… Τι διάλο, στλαβή είσαι και δεν το βλέπεις;
Πάλι το φιδοπούσι δεν άφηνε το μπάρμπα Θανάση να δει καθαρά. Έβλεπε μόνος του το θεριό που δε βλέπανε τα κορίτσια, που συνεχίζανε τα γέλια.
  • Τώρα πατέρα θα δεις! Θα το πιάσου πο τη νουρά και θα το σκοτώσου χτυπώντας το σαν χταπόδι κάτου!
Ο πατέρας πισωδρόμησε λίγο και της φώναξε:
- Μη μωλή! Μουλάθηκες; Θα σε φάει! Πέτλες πάλε και κοπάνα του!
Η κόρη όμως αποφασισμένη να το αρπάξει και να το σκοτώσει με τα χέρια σαν τον Ηρακλέα, αγνόησε την πατρική απαγορευτική διάτα. Προχώρησε κι έσκυψε. Ο μαρμαρωμένος παραλίγο κονταρομάχος είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, τα πόδια και τα χέρια σε διάταξη μάχης, λες και κρατούσε το ακόντιο και το μυαλό σε στάση αναμονής. Εκείνη τη στιγμή έβλεπε την κόρη του πελώρια και με υπερφυσική δύναμη, να μη φοβάται τα θεριά και να τα μάχεται άοπλη με τα μαδαρά16 της χέρια. Του φάνηκε πως ήτανε και πιο ικανή ακόμη από τη μεγάλη ξορκίστρα και σαραντίστρα του χωριού, που τα σαγήνευε και τα ’πιανε πο την ουρά για να τα κουμαντάρει, όπως αυτή ήθελε.
Όντας όμως είδε την άτρομη, πολυδύναμη θεά του να κρατάει με τη χούφτα της από τη φιδοουρά το θεριό, να κάνει στροφή και να γυρίζει προς το μέρος του, κεραυνοβολήθηκε. Το φως από το στροπελέκι και το μπουμπουνητό που τονε χτυπήσανε σύγκορμα, τονε συνεφέρανε. Το μυαλό του άφησε τη στάση και πήρε μπρος. Από το τράνταγμα του μπουμπουνητού σκορπίστηκε το φιδοπούσι πο τα μάτια του και ξεκόλλησε η σαλιοκαρφωμένη του γλώσσα πο το κατωσάγονο κι άρχισε να παίζει με τα δόντια και τα χείλια. Τα μαζεμένα ματόφυλλά του αρχίσανε ν’ απλώνουν ανοιγοκλείνοντας σαν τα φτερά της τρομαγμένης πεταλουδίτσας, που τρέχει πετώντας να κρυφτεί, το ανοιχτό στόμα του κυνηγού πουλιού για ν’ αποφύγει. Αναθάρρησε κι αρμόδεσε λίγο, με λευτερωμένα πια αυτιά, άκουγε τώρα μέσα στο σύγελο των δύο κοριτσιών τη φωνή της μεγάλης που είχε μανέψει17 στο μπόι και είχε πάρει τις κανονικές της διαστάσεις να του λέει:
  • Έλα πάρτη… Αυτή ήτανε το μεγάλο, το καταραμένο φίδι που είδες… Πάρτη και δέσε τα βρακιά σου, να μη σου ξαναπέσουνε. Να την περάσεις μέσα πο τα θηλύκια, για να μην τη χάνεις όταν ξεκουμπώνεται.
Μετά το αχνόφωνο Να! Να! Η λεύτερη πια γλώσσα άρχισε να πλάθει λόγια ζυμωμένα με αφελή, αγνά κι απονήρευτα υλικά στου μικρού του κεφαλιού τη σκάφη. Αφού με τα δυο του χέρια έδενε την αγκιστρωμένη πια λουρίδα στο παντελόνι, έλεγε και ξανάλεγε:
  • Λε τι έπαθα ο κακομοίλης. Λε του κελατά. Τι μπολεί να πάθει ο άνθλωπος στα καλά καθούμενα… Βλε πανάθεμά το. Πού να το που τώλα και να μη με κολοϊδέψουνε; Άμα το μάθει ο Τλακανιάλης με το Γληγολοτέλη, δε θα με αφήσουνε σε ησυχία. Όλο θα με κολοϊδεύουνε και είμαστε στην ίδια βάλδια που να πάλει ο διάλος με αυτά τα πειλαχτήλγια. Ούλο το δλόμο θα γελάνε.
  • Άμα το μάθουνε, από σένα θα το ακούσουνε. Από τη χαρά σου που δεν ήτανε φίδι η λουρίδα, δε θα κρατηθείς και θα το ξεφουρνίσεις.
Αυτά του είπανε τα κορίτσια που εξαρχής με τις φωνές τους γνωρίζοντας τη φιδοδειλία του, καταλάβανε ότι θα είδε κάποιο φίδι. Όμως στη θέα του πεσμένου του παντελονιού τρέξανε πιο πολύ για να γελάσουνε και να τον πειράξουνε, παρά για να τον βοηθήσουνε στο σκοτωμό. Κι αφού φορτώσανε και το τέταρτο δεμάτι που έφερε τον τάραχο στον κύρη τους, του είπε η μικρή:
  • Θα την κοπάναγες με τη φορτωτήρα, τη λουρίδα σου πατέρα;
  • Μη, τι θα έκανα; Θα την κάλφωνα και θα την ξανακάλφωνα, αφού έμοιαζε ολόιδιο μεγάλο φίδι…
Ο μπάρμπα Θανάσης δεν μπορούσε να κρατήσει μυστικό το τόσο μεγάλο του πάθημα, που τον είχε πατόκορφα συνταράξει. Σαν ένα «ηλικιωμένο παιδί» που ήτανε, μόλις έσμιξε στο δρόμο με τον πρώτο συνοδοιπόρο για το κάρβουνο, δεν άντεξε και του εξομολογήθηκε το πάθημά του. Έτσι για αρκετό καιρό στη συνοδοιπορία αλλά και μέσα στις γαλαρίες τα ενημερωμένα πειραχτήρια με το γλωσσοκέντρισμά τους για την αφήγηση του παθόντα, έκαναν την παρέα μαζί και τον ιστορητή μπάρμπα Θανάση να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Η ιστόρηση και το γέλιο πάντα ήτανε φάρμακο του αποσταμού και το πιοτό της μέθης για να ξεχνούν τις ποδοαρμολύσεις, μέχρι να φτάσουν από το κάρβουνο οι κατάκοποι και νηστικοί πεζολάτες στο χωριό. 


 
 
1 Βοσκαρούδια: μικροί βοσκοί
2 Όργος: μικρό κομμάτι χωραφιού, που έχει μπροστά του ο σκαφτιάς ή ο θεριστής
3 Λαχίδι: μικρό κομμάτι γης
4 Χερόβολο: δύο τρεις χεριές θερισμένου σιταριού δεμένες με καλαμιές του ίδιου σπαρτού
5 Λημάρι: έξι χερόβολα εναλλάξ τοποθετημένα
6 Μπιτίζω: συμπληρώνω
7 Φορτωτήρα: ξύλινη δίμετρη περίπου διχάλα, που βοηθούσε στο φόρτωμα
8 Γερανίζω: γέρνω
9 Αρμολύω: με λυμένους αρμούς (κλειδώσεις)
10 Τσουλουνάρι: το σημείο απ’ όπου τρέχει ή πετάγεται νερό
11 Βαριοζάλατος: με αργά από την κούραση βήματα
12 Στρέπλα – στρέπλα: με ασταθή βηματισμό
13 Λαβδισμένο: λυγισμένο
14 Αναλαιμιάζω: τεντώνω το λαιμό προς τα πάνω
15 Ανάθαρρος: που πήρε λίγο θάρρος
16 Μαδαρός: γυμνός
17 Μανεύω: κονταίνω, ζαρώνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου